Κείμενο
4.1 Ικανότητα υποστήριξης της δέσμευσης των συμμετεχόντων/-ουσών κατά τη διάρκεια της διαδικτυακής εκπαίδευσης
4.1.1 Ικανότητα υποστήριξης της δέσμευσης των εκπαιδευομένων κατά τη διάρκεια της διαδικτυακής εκπαίδευσης
Η δέσμευση των συμμετεχόντων/-ουσών σε ψηφιακά περιβάλλοντα απαιτεί προγραμματισμένες στρατηγικές που αφορούν τις τρεις διαστάσεις της μάθησης: τη γνωστική, τη συναισθηματική και τη συμπεριφορική. Αυτό το κεφάλαιο παρουσιάζει στους/στις μέντορες πρακτικές για την προώθηση της δέσμευσης, τη διατήρηση των κινήτρων, την παρακολούθηση της ευημερίας των συμμετεχόντων/-ουσών και τη διαχείριση των προκλήσεων που χαρακτηρίζουν τα ψηφιακά περιβάλλοντα μάθησης. Εξετάζει πρακτικές τεχνικές εμπνευσμένες από την εκπαιδευτική ψυχολογία, την έρευνα για την ψηφιακή μάθηση όπως και σενάρια του πραγματικού κόσμου.
Οι μέντορες καλούνται όχι μόνο να παρέχουν κατάρτιση, μεταδίδοντας δεξιότητες και γνώσεις στους συμμετέχοντες/-ουσες αλλά και να εντοπίζουν πιθανά προβλήματα και να παρεμβαίνουν κατάλληλα για να ενθαρρύνουν την ενεργό συμμετοχή όλων, εξασφαλίζοντας μια ποιοτική μαθησιακή εμπειρία.
Η δέσμευση των συμμετεχόντων/-ουσών είναι μια πολυδιάστατη έννοια που περιλαμβάνει τα εξής:
Γνωστική δέσμευση: η ψυχική επένδυση σε μαθησιακά καθήκοντα, συμπεριλαμβανομένης της κριτικής σκέψης, της επίλυσης προβλημάτων, της επεξεργασίας πληροφοριών και της δημιουργίας συνδέσεων μεταξύ νέων και υφιστάμενων γνώσεων. Το στοιχείο αυτό είναι εμφανές όταν οι εκπαιδευόμενοι/-ες προσπαθούν ενεργά να κατανοήσουν, να αναλύσουν και να συνθέσουν πληροφορίες.
Συναισθηματική δέσμευση: οι συναισθηματικές αντιδράσεις απέναντι στη μαθησιακή εμπειρία, όπως το ενδιαφέρον, η περιέργεια, η απόλαυση, η αίσθηση του ανήκειν, αλλά και η πλήξη, η απογοήτευση ή το άγχος. Η θετική συναισθηματική δέσμευση είναι καθοριστική για τη διατήρηση της προσπάθειας και την αίσθηση της ολοκλήρωσης.
Συμπεριφορική δέσμευση: η εμφανής συμμετοχή σε μαθησιακές δραστηριότητες και αλληλεπιδράσεις. Αυτό περιλαμβάνει την ενεργό συμμετοχή σε συζητήσεις, την ολοκλήρωση εργασιών, την παρακολούθηση εικονικών συνεδριών, την υποβολή ερωτήσεων και τη συνεργασία με ομότιμους/-ες.
Οι διαστάσεις αυτές τεκμηριώνονται επαρκώς στη βιβλιογραφία, ιδίως στο έργο του Kahu (2013)1, ο οποίος κατηγοριοποιεί τη δέσμευση σε συμπεριφορικά, ψυχολογικά (γνωστικά και συναισθηματικά) και κοινωνικοπολιτισμικά επίπεδα.
Στα διαδικτυακά πλαίσια, η δέσμευση επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από παράγοντες όπως:
- Ψηφιακός αλφαβητισμός: το επίπεδο εξοικείωσης και δεξιοτήτων των συμμετεχόντων/-ουσών στη χρήση ψηφιακών εργαλείων και πλατφορμών.
- Σχεδιασμός εκπαίδευσης: η σαφήνεια, η συνάφεια και η διαδραστικότητα του εκπαιδευτικού υλικού και των δραστηριοτήτων.
- Κοινωνική παρουσία εκπαιδευτικών και ομοτίμων: το αίσθημα σύνδεσης και αλληλεπίδρασης εντός της διαδικτυακής κοινότητας, το οποίο μπορεί να περιορίσει το αίσθημα απομόνωσης (π.χ. https://eric.ed.gov/?q=online+social+presence+engagement&id=ED527588).
- Μια βασική διαφορά: σε σύγκριση με τη δια ζώσης εκπαίδευση, τα διαδικτυακά περιβάλλοντα απαιτούν από τους/τις μέντορες μια πιο συνειδητή προσπάθεια παρατήρησης και διατήρησης της δέσμευσης. Οι μη λεκτικές ενδείξεις (όπως η γλώσσα του σώματος ή οι εκφράσεις του προσώπου) συχνά απουσιάζουν ή αποσιωπώνται, καθιστώντας δυσκολότερη την αξιολόγηση της κατανόησης ή της συναισθηματικής κατάστασης του συμμετέχοντα/-ουσας. Το γεγονός αυτό δημιουργεί την ανάγκη μιας προληπτικής και ευπροσάρμοστης προσέγγισης για την παρακολούθηση και την υποστήριξη.
Οι μέντορες δεν καλούνται μόνο να προσφέρουν κατάρτιση και, ως εκ τούτου, να μεταφέρουν τις δεξιότητες και τις γνώσεις τους στους εργαζομένους/-ες, αλλά πρέπει επίσης να είναι σε θέση να εντοπίζουν τυχόν κρίσιμα ζητήματα και να παρεμβαίνουν με τρόπο κατάλληλο, ενθαρρύνοντας την ενεργό συμμετοχή όλων των συμμετεχόντων/-ουσών, προκειμένου να διασφαλίσουν μια ποιοτική μαθησιακή εμπειρία.