Εκπαιδευτικό υλικό
Γραφειοκρατικές διαδικασίες σε διάφορες χώρες: απόκτηση και ανανέωση αδειών εκμετάλλευσης, σήματα ποιότητας ή πιστοποιήσεις.
Ποιοι τύποι πιστοποιήσεων ή ετικετών ποιότητας είναι πιο συνηθισμένοι σε κάθε χώρα; Πώς αποκτώνται αυτές οι πιστοποιήσεις και οι ετικέτες: είναι εύκολη ή δύσκολη η διαδικασία;
Η σύγχρονη αγορά απαιτεί προϊόντα που διασφαλίζουν όχι μόνο την υγειονομική ασφάλεια, αλλά και μια ισχυρή σύνδεση με την περιοχή προέλευσής τους, μέσω ετικετών ποιότητας, καθώς και αποδεδειγμένο σεβασμό προς τα οικοσυστήματα, μέσω πιστοποιήσεων βιωσιμότητας. Σε αυτό το πλαίσιο, η υδατοκαλλιέργεια των δίθυρων οστρακοειδών αποτελεί ένα χαρακτηριστικό από περιβαλλοντική άποψη μοντέλο, σε σύγκριση με άλλες μορφές καλλιέργειας.
Αυτοί οι οργανισμοί αναπτύσσονται με φυσικό τρόπο, χωρίς τη χρήση τεχνητών ζωοτροφών, φαρμάκων ή αντιβιοτικών, τρέφονται αποκλειστικά μέσω διήθησης με το φυτοπλαγκτόν που υπάρχει στο θαλάσσιο περιβάλλον. Επιπλέον, τα δίθυρα λειτουργούν ως «περιβαλλοντικοί μηχανικοί», προσφέροντας σημαντικές υπηρεσίες στο περιβάλλον. Η δραστηριότητα βιοδιύλισης που ασκούν συμβάλλει στη μείωση του ευτροφισμού και του οργανικού φορτίου στα παράκτια ύδατα. Επιπλέον, η παρουσία τους μπορεί να ευνοήσει τη δημιουργία φυσικών αποκιών και υφάλων, ειδικά σε περιοχές όπως η Αδριατική, που χαρακτηρίζονται από αμμώδεις βυθούς και σπάνια διαθεσιμότητα σκληρών υποστρωμάτων.
Αυτές οι δομές γίνονται πραγματικά σημεία βιοποικιλότητας, ευνοώντας την αναπαραγωγή και την επιβίωση πολλών θαλάσσιων ειδών. Τέλος, η ανάπτυξη των ασβεστολιθικών κελυφών συμβάλλει στη δέσμευση του διοξειδίου του άνθρακα (CO2). Αν και η ποσοτικοποίηση και η άμεση χρηματοοικονομική αποτίμηση αυτών των οικοσυστημικών υπηρεσιών (για παράδειγμα μέσω πιστώσεων άνθρακα ή απομάκρυνσης αζώτου) βρίσκονται ακόμη σε φάση κανονιστικής ανάπτυξης σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η εγγενής βιωσιμότητα αυτού του παραγωγικού συστήματος αναγνωρίζεται και αξιολογείται σήμερα μέσω περιβαλλοντικών πιστοποιήσεων όπως η ASC ή η βιολογική σήμανση. Ωστόσο, η απόκτηση αυτών των πιστοποιήσεων αποτελεί συχνά μια πολύπλοκη, χρονοβόρα και δαπανηρή διαδικασία. Απαιτείται η προσαρμογή των εγκαταστάσεων, η εφαρμογή ολοκληρωμένων συστημάτων ψηφιακής ιχνηλασιμότητας, η σύνταξη εγχειριδίων λειτουργίας και η διενέργεια επιθεωρήσεων ή ελέγχων από ανεξάρτητους τρίτους φορείς, με κόστος που βαρύνει αποκλειστικά τους παραγωγούς.
Στην Ισπανία, το κύριο σημείο αναφοράς είναι η ΠΟΠ «Mejillón de Galicia», η οποία προστατεύει την ποιότητα των μυδιών που εκτρέφονται στις παραδοσιακές bateas. Αν και πρόκειται για ένα εδραιωμένο σήμα, το σύστημα ελέγχου του Consejo Regulator είναι εξαιρετικά αυστηρό και απαιτεί την πλήρη ιχνηλασιμότητα των νεαρών μυδιών (mexilla), καθώς και την υποχρέωση επεξεργασίας σε εξουσιοδοτημένα κέντρα.
Σκοπός του Consejo Regulator είναι η διατήρηση και προώθηση της Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης των Μυδιών της Γαλικίας, καθώς και ο έλεγχος και η διασφάλιση της ποιότητάς τους. Στην Ισπανία υπάρχει επίσης διαθέσιμο ένα βιολογικό σήμα, υπό την εποπτεία του Συμβουλίου Ρύθμισης της Βιολογικής Γεωργίας της Γαλικίας (CRAEGA). Η κύρια σημερινή δυσκολία αφορά την πρόσβαση σε διεθνείς πιστοποιήσεις βιωσιμότητας όπως το MSC και το ASC, οι οποίες είναι απαραίτητες για την επίσημη πιστοποίηση του χαμηλού περιβαλλοντικού αντίκτυπου της αλυσίδας εφοδιασμού. Για τους μικρούς παραγωγούς, το κόστος των ανεξάρτητων ελέγχων είναι συχνά απαγορευτικό, γι' αυτό και συχνά συγκροτούν συλλόγους ή συνεταιρισμούς και οργανώσεις παραγωγών για να μοιραστούν τις ευθύνες της διαδικασίας.
Η Γαλλία, ως καταναλωτική αγορά, είναι στενά συνδεδεμένη με την έννοια της εδαφικής προέλευσης, και ως εκ τούτου οι ονομασίες προέλευσης έχουν ιδιαίτερη σημασία. Μεταξύ των πιο γνωστών συγκαταλέγονται η ΠΓΕ «Huîtres Marennes-Oléron» και η ΠΟΠ «Moules de Bouchot de la Baie du Mont-Saint-Michel». Από τον Μάιο του 2013, τα μύδια Bouchot έχουν λάβει την πιστοποίηση Εγγυημένο Παραδοσιακό Ιδιότυπο Προϊόν (ΕΠΙΠ). Εκτός από το κύρος, μεγάλη διάδοση έχουν η Κόκκινη Ετικέτα (Red Label/Label Rouge), που πιστοποιεί ανώτερη οργανοληπτική ποιότητα, και η πιστοποίηση βιολογικής γεωργίας (AB-Agriculture Biologique), η οποία αναδεικνύει την απουσία χημικών εισροών και τον φυσικό κύκλο καλλιέργειας. Η κύρια δυσκολία στη Γαλλία αφορά την εξαιρετικά αυστηρή τήρηση των προδιαγραφών. Στην περίπτωση της βιολογικής πιστοποίησης, για παράδειγμα, η δυσκολία έγκειται στην απόδειξη της συμμόρφωσης καθ' όλη τη διάρκεια του παραγωγικού κύκλου, συμπεριλαμβανομένων του φυσικού γόνου, καθώς και στη συνεχή διατήρηση υδάτων που ταξινομούνται ως εξαιρετικής ποιότητας (Κατηγορία Α).
Στην Ιταλία, κυριαρχεί η προώθηση των τοπικών εμπορικών σημάτων, όπως για παράδειγμα τα μύδια Scardovari, τα πρώτα που έλαβαν την πιστοποίηση ΠΟΠ, καθώς και άλλα ανερχόμενα προϊόντα, όπως τα μύδια Tarantina. Όσον αφορά τη βιωσιμότητα, διάφοροι συνεταιρισμοί, κυρίως στη Βόρεια Αδριατική, αποκτούν σταδιακά πιστοποιήσεις ASC και βιολογικές. Σύμφωνα με τα στοιχεία του SINAB, ο τομέας της βιολογικής υδατοκαλλιέργειας αριθμεί περίπου 70 επιχειρήσεις, οι οποίες επικεντρώνονται κυρίως στην οστρακοκαλλιέργεια. Οι κύριες περιοχές παραγωγής είναι το Βένετο (περίπου 28 επιχειρήσεις) και η Εμίλια-Ρομάνια (περίπου 20 επιχειρήσεις). Ωστόσο, η διάδοση των πιστοποιήσεων στον τομέα παραμένει περιορισμένη. Συγκεκριμένα, η βιολογική πιστοποίηση, αν και αποτελεί ευκαιρία για την αναβάθμιση του προϊόντος, εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει ένα ελάχιστο μέρος της συνολικής παραγωγής, λόγω του υψηλού κόστους εφαρμογής και της πολυπλοκότητας του κανονιστικού πλαισίου. Επιπλέον, ο τομέας της ιταλικής μυδοκαλλιέργειας χαρακτηρίζεται από αυξανόμενη πίεση για βιώσιμες πρακτικές, που συνδέονται κυρίως με τη διαχείριση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων και την υιοθέτηση μοντέλων κυκλικής οικονομίας. Παρ' όλα αυτά, η ανάπτυξη του κλάδου παρεμποδίζεται από τον κατακερματισμό του κλάδου και τη διοικητική πολυπλοκότητα. Οι πιστοποιήσεις BIO και ASC απαιτούν πράγματι διεξοδικές περιβαλλοντικές αναλύσεις, όπως αξιολογήσεις των επιπτώσεων στο βενθικό οικοσύστημα, καθώς και τη τήρηση αυστηρών κοινωνικών και περιβαλλοντικών προτύπων. Σε αυτό προστίθεται η ανάγκη για προηγμένα συστήματα παρακολούθησης της ποιότητας των υδάτων και των μικροβιολογικών κινδύνων, στοιχεία που είναι θεμελιώδη για τη διασφάλιση της ασφάλειας των τροφίμων και της συμμόρφωσης με τα διεθνή πρότυπα. Αυτό συνεπάγεται ένα διοικητικό και οικονομικό φορτίο που είναι δύσκολο να αναλάβει κάθε συνεταιρισμός ξεχωριστά χωρίς την κατάλληλη εξειδικευμένη υποστήριξη. Υπάρχουν επίσης επιπλέον εμπόδια στην υιοθέτηση των πιστοποιήσεων, που οφείλονται στην αντίληψη των φορέων και στην περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδοτικά και καινοτόμα εργαλεία, παρά το αυξανόμενο ενδιαφέρον της αγοράς για πιστοποιημένα και βιώσιμα προϊόντα.
Η Ιρλανδία διαθέτει έναν τομέα που είναι έντονα προσανατολισμένος στις εξαγωγές προϊόντων υψηλής ποιότητας και στην καινοτομία των παραγωγικών διαδικασιών. Στόχος είναι η αύξηση της αποδοτικότητας στη χρήση των πόρων, η ενίσχυση της κοινωνικής αποδοχής της δραστηριότητας, η βελτίωση της ποιότητας και της ασφάλειας των τροφίμων, καθώς και η αύξηση των πιστοποιητικών βιωσιμότητας. Σε αυτό το πλαίσιο, ο ιρλανδικός τομέας της υδατοκαλλιέργειας χρησιμοποιεί δύο σημαντικά εργαλεία αναφοράς: το εθνικό πρόγραμμα Origin Green, που προωθείται από το Bord Bia, και το πρότυπο Certified Quality Aquaculture (CQA) που αναπτύχθηκε από το BIM (Bord lascaigh Mhara). Το Origin Green είναι το μοναδικό κρατικό πρόγραμμα βιωσιμότητας των τροφίμων στον κόσμο, απόλυτα συνεπές με την αφήγηση περί των οικοσυστημικών υπηρεσιών που παρέχουν τα στρείδια και τα μύδια. Το πρόγραμμα, το οποίο ξεκίνησε το 2012 και επεκτάθηκε στους πρωτογενείς υδατοκαλλιεργητές το 2015, ξεχωρίζει επειδή επιβάλλει στις συμμετέχουσες επιχειρήσεις να καθορίσουν μετρήσιμους στόχους για τους διάφορους πυλώνες της βιωσιμότητας, οι οποίοι πρέπει να τηρούνται για τη διατήρηση της πιστοποίησης. Παράλληλα, η πιστοποίηση του Εθνικού Συμβουλίου Διαχείρισης Θαλάσσιων Πόρων (Marine Stewardship Council- MSC), ενός από τα πιο αναγνωρισμένα σήματα παγκοσμίως για τη βιωσιμότητα της αλιείας και των αλιευτικών προϊόντων, έχει πιστοποιήσει από το 2019 την ιρλανδική μυδοκαλλιέργεια ως βιώσιμη. Αυτό επιτρέπει στους παραγωγούς να έχουν πρόσβαση στο σήμα MSC, με οφέλη για τη φήμη, την προβολή των προϊόντων και την πρόσβαση σε νέες αγορές για την προσέλκυση νέων καταναλωτών. Τα ιρλανδικά μύδια που πιστοποιούνται σύμφωνα με το πρόγραμμα Quality Seafood Scheme πρέπει να συμμορφώνονται με προδιαγραφές που αφορούν το περιεχόμενο σε σάρκα, την εμφάνιση του κελύφους, τη γεύση και την υφή. Το Irish Quality Mussel Scheme είναι το πρώτο πλήρως ολοκληρωμένο σύστημα πιστοποίησης μαλακίων στον κόσμο που έχει πιστοποιηθεί σύμφωνα με το πρότυπο EN45011, το διεθνές πρότυπο για την πιστοποίηση της ποιότητας του προϊόντος. Με αυτόν τον τρόπο, ένα αυξανόμενο ποσοστό επιχειρήσεων του κλάδου έχει υιοθετήσει αυτές τις πρακτικές, επιτρέποντας την καταγραφή της διάδοσης της παραγωγικής καινοτομίας ως ποσοστό επί του συνόλου των ενεργών επιχειρήσεων. Ωστόσο, το κύριο πρόβλημα έγκειται στη διατήρηση των προτύπων: δεδομένου ότι η ποιότητα εξαρτάται άμεσα από τις φυσικές συνθήκες των υδάτων, ακόμη και παροδικές περίοδοι ρύπανσης, για παράδειγμα λόγω έντονων βροχοπτώσεων και απορροών από τη γεωργία ή τα αποχετευτικά δίκτυα, μπορούν να οδηγήσουν στην άμεση αναστολή της πιστοποίησης, με επακόλουθες σημαντικές οικονομικές απώλειες.
Στην Ελλάδα ο τομέας της μυδοκαλλιέργειας παρουσιάζει καθυστέρηση στην ανάπτυξη πιστοποιήσεων προέλευσης αναγνωρισμένων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ελλείψει εδραιωμένων ΠΟΠ ή ΠΓΕ, η πίεση της διεθνούς αγοράς ωθεί προς την υιοθέτηση προτύπων ασφάλειας τροφίμων (ISO 22000, IFS και BRC) και περιβαλλοντικών πιστοποιήσεων όπως το ASC. Το κύριο κρίσιμο σημείο στην Ελλάδα είναι η χαμηλή εξάπλωση της συνεργασίας μεταξύ των παραγωγών. Πολλοί καλλιεργητές λειτουργούν ανεξάρτητα και αντιλαμβάνονται τις πιστοποιήσεις περισσότερο ως γραφειοκρατικό και δαπανηρό βάρος, παρά ως εργαλείο αξιοποίησης.
Αυτό περιορίζει την ικανότητα του κλάδου να οργανωθεί σε συνεταιρισμούς ικανούς να αναλάβουν τα κόστη και να προωθήσουν αποτελεσματικά τα περιβαλλοντικά οφέλη του προϊόντος στις διεθνείς αγορές. Επιπλέον, σε αντίθεση με την σχετικά ευέλικτη πολιτική στην Ευρώπη, η μυδοκαλλιέργεια επηρεάζεται έντονα από το σύστημα κρατικών παραχωρήσεων, το οποίο περιορίζει το μέγεθος των επιχειρήσεων σε λιγότερο από τρία εκτάρια, συνθήκη που επηρεάζει αρνητικά την οικονομική βιωσιμότητα. Αυτή η θεσμική ακαμψία, σε συνδυασμό με τον υψηλό χρηματοοικονομικό κίνδυνο και την περιορισμένη πρόσβαση σε πιστώσεις, εμποδίζει τις διαδικασίες ανάπτυξης και εκβιομηχάνισης του τομέα. Κατά συνέπεια, ακόμη και η υιοθέτηση συστημάτων πιστοποίησης και ετικετών ποιότητας είναι περιορισμένη, καθώς απαιτεί επενδύσεις και πιο προηγμένες οργανωτικές δομές.

Εικ. 18 - Σύγκριση μεταξύ των κύριων ευρωπαϊκών χωρών ανά τύπο πιστοποίησης και κατάσταση ανάπτυξης της αγοράς.