Εκπαιδευτικό υλικό
Εθνικοί και ευρωπαϊκοί κανονισμοί, οδηγίες και νομικές διαδικασίες που αφορούν την υδατοκαλλιέργεια δίθυρων οστρακοειδών: Ευρωπαϊκοί κανονισμοί, οδηγίες για την ασφάλεια των τροφίμων, ταξινόμηση των περιοχών υδατοκαλλιέργειας.
Κανονισμοί για την εξαγωγή νεαρών δίθυρων οστρακοειδών που προορίζονται για επανεισαγωγή στο θαλάσσιο περιβάλλον σε άλλες χώρες της ΕΕ: κίνδυνος εισαγωγής ξενικών ειδών ή ασθενειών.
Οι διασυνοριακές μετακινήσεις νεαρών δίθυρων οστρακοειδών που προορίζονται για επανεισαγωγή ή ανασύσταση πληθυσμών σε θαλάσσια περιβάλλοντα άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελούν δραστηριότητα που ρυθμίζεται επίσης από τον Κανονισμό (ΕΕ) 2017/625 σχετικά με τους επίσημους ελέγχους και τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/429, γνωστό ως «Νόμος για την Υγεία των Ζώων», ο οποίος διέπει την πρόληψη και τον έλεγχο των μεταδοτικών ζωονόσων. Σε αυτά τα νομοθετήματα προστίθεται επίσης ο Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 708/2007, ο οποίος ρυθμίζει τη χρήση αλλόχθονων ειδών και ειδών που απουσιάζουν τοπικά στην υδατοκαλλιέργεια σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Τα δίθυρα μαλάκια, ως οργανισμοί που φιλτράρουν το νερό, είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα στη συσσώρευση και τη μετάδοση παθογόνων παραγόντων, συμπεριλαμβανομένων βακτηρίων, ιών και παρασίτων, λειτουργώντας ως φορείς για συναφή ξενικά είδη. Οι δραστηριότητες μετακίνησης και επανεισαγωγής αποθεμάτων νεαρού πληθυσμού αποτελούν έναν από τους κύριους τρόπους ακούσιας εισαγωγής μη αυτοχθόνων οργανισμών στα ευρωπαϊκά θαλάσσια συστήματα. Ο κίνδυνος αυτός αναγνωρίζεται ευρέως και στις κατευθυντήριες γραμμές που έχει εκπονήσει το Διεθνές Συμβούλιο για την Εξερεύνηση της Θάλασσας (ICES), οι οποίες υπογραμμίζουν την ανάγκη υιοθέτησης διαδικασιών προληπτικής αξιολόγησης, μέτρων καραντίνας και συστημάτων παρακολούθησης για τον περιορισμό των οικολογικών επιπτώσεων των μετακινήσεων. Η πιθανότητα αυτή ενισχύεται περαιτέρω από τη δυσκολία να διασφαλιστεί η πλήρης ιχνηλασιμότητα των ενεργειών εντός της ΕΕ και από την μεταβλητότητα στην εφαρμογή των μέτρων ελέγχου μεταξύ των κρατών μελών. Η ευρωπαϊκή νομοθεσία αναγνωρίζει ρητά τους κινδύνους για την υγεία που συνδέονται με τη διάδοση ασθενειών των οστρακοειδών, καταγράφοντας ασθένειες όπως η μποναμίωση που προκαλείται από το πρωτόζωο Bonamia ostreae και προσβάλλει τα στρείδια (Ostrea edulis), τη μαρτεϊλίωση που προκαλεί ένα πρωτόζωο που ονομάζεται Marteilia refringens και προσβάλλει τα στρείδια και τα μύδια (Mytilus spp.) και άλλες λοιμώξεις που αποτελούν σημαντική απειλή για τους άγριους πληθυσμούς και τα αποθέματα των μονάδων υδατοκαλλιέργειας. Για τον μετριασμό αυτών των κινδύνων, το ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο προβλέπει μέτρα ταξινόμησης των περιοχών παραγωγής και συγκεκριμένες υγειονομικές απαιτήσεις για τη διακίνηση ζωντανών μαλακίων, ακριβώς για να περιοριστεί η διασυνοριακή εξάπλωση των εν λόγω παθογόνων. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2017/625 ενισχύει τον ρόλο των επίσημων ελέγχων κατά μήκος της αλυσίδας εφοδιασμού, αναθέτοντας στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών την ευθύνη για την επαλήθευση της υγειονομικής και περιβαλλοντικής συμμόρφωσης των μετακινήσεων. Σε αυτό το πλαίσιο, η εποπτεία σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η οποία ασκείται μέσω ελέγχων και συστημάτων επαλήθευσης, συνεισφέρει στην εξασφάλιση εν μέρει εναρμόνισης, χωρίς ωστόσο να εξαλείφει πλήρως τις λειτουργικές διαφορές μεταξύ των διαφόρων εθνικών συστημάτων. Από την άποψη του οικολογικού κινδύνου, η διακίνηση νεαρών δίθυρων δεν περιορίζεται στη μεταφορά των ειδών-στόχων, αλλά μπορεί να περιλαμβάνει και μια σειρά από αθέλητα σχετιζόμενους οργανισμούς, αυξάνοντας τον κίνδυνο εισαγωγής ξενικών ειδών σε νέα περιβάλλοντα. Αυτό είναι ένα πρωτεύον ζήτημα για τα προγράμματα επανεισαγωγής και ανασύστασης πληθυσμών, όπου ο στόχος της οικολογικής αποκατάστασης μπορεί να υπονομευθεί από απρόβλεπτες παρενέργειες λόγω ανεπαρκών μέτρων υγειονομικού ελέγχου. Επιπλέον, εξακολουθούν να υφίστανται σημαντικά ζητήματα σχετικά με την ιχνηλασιμότητα και τη ρύθμιση των πρακτικών μεταξύ των κρατών μελών, τα οποία προκαλούν σημαντική ασυνέπεια στην εφαρμογή των κανονισμών μεταξύ των διαφόρων χωρών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση περιλαμβάνει τα μαλάκια στα είδη που απαιτούν ελέγχους και υποχρεωτικές δηλώσεις, αλλά αυτό δεν εφαρμόζεται, ή εφαρμόζεται μόνο εν μέρει, σε άλλες χώρες, μειώνοντας τη συνολική αποτελεσματικότητα του προβλεπόμενου συστήματος ελέγχου. Στο πλαίσιο αυτό, το οποίο χαρακτηρίζεται από τους κινδύνους για τη δημόσια υγεία και το περιβάλλον που συνδέονται με τη μετακίνηση δίθυρων μαλακίων, η ανάγκη διασφάλισης αποτελεσματικής ιχνηλασιμότητας οδήγησε στην υιοθέτηση κοινών ψηφιακών εργαλείων σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όπως το σύστημα TRACES (Trade Control and Expert System). Πρόκειται για την επίσημη πληροφοριακή υποδομή της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την καταγραφή των μετακινήσεων ζώντων δίθυρων μαλακίων εντός και εκτός της ΕΕ. Βασική του λειτουργία είναι η διασφάλιση της πλήρους ιχνηλασιμότητας των παρτίδων σε όλη την εφοδιαστική αλυσίδα, επιτρέποντας στις αρμόδιες αρχές να παρακολουθούν την προέλευση, τον προορισμό και την υγειονομική κατάσταση των μυδιών. Η χρήση του TRACES για το ενδοκοινοτικό εμπόριο ζώντων δίθυρων μαλακίων είναι υποχρεωτική βάσει του ρυθμιστικού πλαισίου που ορίζει ο κανονισμός (ΕΕ) 2017/625 για τους επίσημους ελέγχους και ο κανονισμός (ΕΕ) 2016/429. Ωστόσο, σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις, όπως στην περίπτωση των δίθυρων μαλακίων που προορίζονται αποκλειστικά για μετεγκατάσταση, οι απαιτήσεις κοινοποίησης του TRACES ενδέχεται να μην είναι υποχρεωτικές. Η ηλεκτρονική πλατφόρμα επιτρέπει την ψηφιοποίηση των υγειονομικών πιστοποιητικών και την ηλεκτρονική επικύρωσή τους. Οι οικονομικοί φορείς υποχρεούνται να ενημερώνουν εκ των προτέρων τις αρμόδιες αρχές για τις αποστολές, συνήθως 24 έως 48 ώρες πριν την αναχώρηση, ώστε να καταστεί δυνατή η διενέργεια των επίσημων ελέγχων. Η χρήση του TRACES συμβάλλει στη διαφάνεια και την ασφάλεια των συναλλαγών, διασφαλίζοντας την ιχνηλασιμότητα των εγγράφων σε όλη την εφοδιαστική αλυσίδα. Χώρες όπως η Ιταλία, η Ελλάδα, η Γαλλία, η Ιρλανδία και η Ισπανία χρησιμοποιούν το ίδιο σύστημα TRACES και λειτουργούν εντός ενός εναρμονισμένου ρυθμιστικού πλαισίου. Αυτό εξασφαλίζει υψηλό επίπεδο διαρθρωτικής και διαδικαστικής ομοιομορφίας μεταξύ των εξεταζόμενων χωρών, χωρίς ουσιώδεις ρυθμιστικές ή λειτουργικές διαφοροποιήσεις. Η μόνη διαφοροποίηση έγκειται στην ποιότητα των δεδομένων, η οποία εξαρτάται από τα εθνικά πληροφοριακά συστήματα και τις διαδικασίες καταχώρισης που εφαρμόζονται σε κάθε χώρα.