Κατανόηση του συλλογισμού και των στόχων του έργου OPTIMA.
Κατανόηση της αξίας της καλλιέργειας δίθυρων μαλακίων και της έλλειψης αναγνώρισης αυτής της πρακτικής σε επίπεδο ΕΕ.
Η καλλιέργεια δίθυρων, η οποία περιλαμβάνει είδη όπως τα μύδια, τα στρείδια και οι αχιβάδες, αποτελεί μία από τις πιο βιώσιμες και στρατηγικά σημαντικές μορφές υδατοκαλλιέργειας στην Ευρώπη. Σε αντίθεση με πολλά άλλα συστήματα ζωικής παραγωγής, τα δίθυρα μαλάκια τρέφονται μέσω διήθησης, αξιοποιώντας το φυσικά υπάρχον φυτοπλαγκτόν, χωρίς να απαιτούνται εξωτερικές ζωοτροφές, λιπάσματα ή αντιβιοτικά. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα πολύ χαμηλό περιβαλλοντικό αποτύπωμα, με εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου που συγκαταλέγονται στις χαμηλότερες μεταξύ όλων των πηγών ζωικής πρωτεΐνης. Επιπλέον, η δραστηριότητα διήθησης βελτιώνει την ποιότητα του νερού, αφαιρώντας τα περιττά θρεπτικά συστατικά και τα αιωρούμενα σωματίδια, συμβάλλοντας έτσι στον μετριασμό του ευτροφισμού. Τα δίθυρα μαλάκια παρέχουν επίσης βασικές οικοσυστημικές υπηρεσίες, όπως η υποστήριξη της θαλάσσιας βιοποικιλότητας, τον εμπλουτισμό της δομής των ενδιαιτημάτων και η συμβολή στη σταθεροποίηση των ιζημάτων. Ταυτόχρονα, ο τομέας διαδραματίζει ζωτικό ρόλο στη διατήρηση των παράκτιων οικονομιών, στη δημιουργία τοπικής απασχόλησης και στη διατήρηση των πολιτιστικών παραδόσεων σε πολλές ευρωπαϊκές περιφέρειες. Ωστόσο, παρά τα οφέλη αυτά, η αναγνώριση και η στήριξη της καλλιέργειας δίθυρων σε επίπεδο ΕΕ εξακολουθούν να είναι περιορισμένες και άνισες, ιδίως σε σύγκριση με άλλους τομείς της υδατοκαλλιέργειας. Υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά τα συστήματα παραγωγής, τα ρυθμιστικά πλαίσια και τη σημασία για την οικονομία. Στην Ιταλία, η καλλιέργεια δίθυρων, ιδίως η παραγωγή μυδιών και αχιβάδας, είναι πολύ ανεπτυγμένη και στενά ενσωματωμένη στα οικοσυστήματα των παράκτιων λιμνοθαλασσών, όπως αυτές της Αδριατικής Θάλασσας. Η Ιταλία είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος παραγωγός μυδοκαλλιέργειας στην Ευρώπη, με ετήσια παραγωγή περίπου 64.000 τόνους. Ο πυρήνας της ιταλικής παραγωγής συγκεντρώνεται στην περιοχή του δέλτα του Πάδου (Εμίλια-Ρομάνια), η οποία από μόνη της αντιπροσωπεύει περισσότερο από το ένα τρίτο της εθνικής παραγωγής. Αυτή η περιοχή χαρακτηρίζεται από υψηλό επίπεδο κάθετης ολοκλήρωσης σε όλη την αλυσίδα αξίας, η οποία συνδυάζει την παραγωγή, τη μεταποίηση και τη διανομή, με αποτέλεσμα τη μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα και σταθερότητα της αγοράς. Παρά την οικονομική του σημασία, ο τομέας συχνά περιορίζεται από πολύπλοκες διοικητικές διαδικασίες και εδαφικές συγκρούσεις με τον τουρισμό και την παράκτια ανάπτυξη.
Στη Γαλλία, η οστρακοκαλλιέργεια είναι ένας ιστορικά εδραιωμένος και άρτια οργανωμένος κλάδος, που υποστηρίζεται από ισχυρά θεσμικά πλαίσια και σήματα ποιότητας. Η παραγωγή μυδιών ανέρχεται περίπου στους 60.000 τόνους ετησίως, αλλά καλύπτει μόνο περίπου το ήμισυ της εθνικής κατανάλωσης, γεγονός που οδηγεί σε σημαντικές εισαγωγές.
Στην Ιρλανδία, η υδατοκαλλιέργεια δίθυρων μαλακίων είναι μικρότερης κλίμακας, αλλά αναγνωρίζεται για τα υψηλά περιβαλλοντικά της πρότυπα και την ισχυρή έμφασή της στις αρχές της βιωσιμότητας. Η βιομηχανία μυδιών είναι οικονομικά πολύτιμη και περιβαλλοντικά βιώσιμη, με αξία τομέα άνω των 25 εκατομμυρίων ευρώ στα μέσα της δεκαετίας του 2000. Ωστόσο, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη διαθεσιμότητα γόνου άγριων μυδιών, η οποία υπόκειται σε έντονες χρονικές και χωρικές διακυμάνσεις.
Στην Ελλάδα, η καλλιέργεια μυδιών είναι η κυρίαρχη δραστηριότητα υδατοκαλλιέργειας, με παραγωγή περίπου 36.000 τόνων ετησίως και δυνατές εξαγωγές, ιδίως προς άλλες αγορές της ΕΕ, όπως η Ιταλία. Ωστόσο, ο ελληνικός τομέας είναι έντονα προσανατολισμένος στις εξαγωγές, καθώς περίπου το 80% της παραγωγής προορίζεται για ξένες αγορές. Αυτή η μεγάλη εξάρτηση από την εξωτερική ζήτηση καθιστά τους παραγωγούς ιδιαίτερα ευάλωτους στις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών, στο κόστος μεταφοράς και στις διαταραχές της εφοδιαστικής αλυσίδας. Επιπλέον, ο κλάδος χαρακτηρίζεται από σχετικά μικρές εκμεταλλεύσεις και περιορισμένη οργανωτική συγκέντρωση, γεγονός που περιορίζει την ικανότητά του να απορροφά την αστάθεια της αγοράς.
Η Ισπανία είναι ένας από τους μεγαλύτερους παραγωγούς μυδιών στην Ευρώπη και συγκεκριμένα η Γαλικία, όπου κυριαρχούν τα συστήματα καλλιέργειας σε πλωτήρες (bateas), με παραγωγή άνω των 200.000 τόνων ετησίως. Ο τομέας επεκτάθηκε πρόσφατα σε περιοχές όπως η Ανδαλουσία, όπου θεωρείται στρατηγική εναλλακτική λύση για τη μείωση της αλιείας. Η Ισπανία διαθέτει επίσης μεγαλύτερη βιοποικιλότητα ειδών σε σύγκριση με άλλες μεσογειακές χώρες, μεταξύ των οποίων στρείδια και αχιβάδες. Η έρευνα επισημαίνει την υψηλή παραγωγικότητα και το εξαγωγικό δυναμικό, αλλά υπογραμμίζει επίσης τις περιβαλλοντικές πιέσεις και την ανάγκη για ολοκληρωμένη διαχείριση των παράκτιων περιοχών.